Ο βασοδεδομενάς προγραμματιστής βρίσκεται στον πάτο της τροφικής αλυσίδας των προγραμματιστών. Είναι ο τελευταίος. Ο έσχατος.
Κάποιες άλλες ευτυχείς κατηγορίες προγραμματιστών αποτελούνται από ολίγους. Και εκλεκτούς. Για παράδειγμα οι παιχνιδάδες. Οι ασχολούμενοι με εφαρμογές εικόνας και ήχου. Οι των ειδικών τεχνικών κλάδων και προβλημάτων. Είναι λίγοι. Ελάχιστοι. Σαν την καρέτα-καρέτα. Και ψηλομύτηδες. Ευγενείς και ευπατρίδες. Με αρωματισμένο μαντηλάκι στην μύτη για την μπόχα της λαϊκής αγοράς. Τα data κάνουν κακό στην εκλεπτυσμένη τους όσφρηση και την υψηλή τους διανόηση.
Οι συνάδελφοι των άλλων ειδικοτήτων περιφρονούν τον βασοδεδομενά. Σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο βασοδεδομενάς στα μάτια τους είναι ο χειρώναξ της πληροφορικής.“Ολοι μπορούν να γράψουν μία εφαρμογή βάσεων δεδομένων. Σιγά τα ωά” λένε. Και δεν έχουν άδικο. Η πιο μεγάλη κακία που λέγεται μεταξύ τους για τους βασοδεδομενάδες είναι “καλά όποιος ανοίγει την Microsoft Access και κάνει δυο φόρμες και τρεις εκτυπώσεις θεωρείται προγραμματιστής;”
Οι βασοδεδομενάδες είναι πολλοί. Οι πολλοί δεν ήταν ποτέ σε υπόληψη κανενός. Αν εκπέσεις στην τάξη των πολλών περνάς την ζωή σου στην καταφρόνια. Στην αφάνεια. Ο βασοδεδομενάς εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να διεκδικήσει την καταξίωση. Την μοναδικότητα. Οσο παραμένει βασοδεδομενάς δεν πρόκειται να του δοθεί η ευκαιρία να επιτελέσει κανέναν άθλο ή ηρωισμό. Είναι το πλήθος. Είναι ο λαός. Η πλέμπα των προγραμματιστών. Ο κάτω όροφος. Ισως ούτε καν όροφος. Το υπόγειο.
.
Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008
Βασοδεδομενάς
Κάθε δουλειά έχει τις διαστροφές της. Και τις εξειδικεύσεις της. Αυτά τα δύο δεν διαφέρουν και τόσο.
Οι περισσότεροι προγραμματιστές θα ήθελαν να είναι “παιχνιδάδες”. Δηλαδή να γράφουν παιχνίδια. Ομως, η άδικη ζωή και η άτιμη κοινωνία, τα 'φεραν έτσι και οι περισσότεροι προγραμματιστές έγιναν τελικά “βασοδεδομενάδες”. Ητοι desktop database application programmers. Η ελληνική γλώσσα, παρότι πλούσια, αδυνατεί να περιλάβει σε μία και μόνη φράση το υψηλό νόημα που μεταφέρει η αντίστοιχη αυτή βαρβαρο-σαξωνική. Και τον ανάλογο ανθρώπινο και επαγγελματικό πόνο.
Βασοδεδομενάς είναι ένας προγραμματιστής που γράφει εφαρμογές που έχουν να κάνουν κυρίως με δεδομένα. Τα και data ονομαζόμενα. Data και ο χειρισμός τους. Data και των αγίων. Ο βασοδεδομενάς κοιμάται και βλέπει data. Αυτός είναι ένας από τους κύριους εφιάλτες του. Data μασάει, data καταπίνει, data φτύνει. Τα κόβει, τα ράβει, τα παστώνει και τα σερβίρει. Σε παραθύρια, ουδέποτε σε πόρτες, στην οθόνη του χρήστη. Οπου χρήστης είναι μία ευρεία και ομιχλώδης έννοια που θα μας απασχολήσει αρκετά στο μέλλον.
Οταν οι αρχαίοι γέροντες βασοδεδομενάδες σοφοί ήθελαν να μεταφέρουν την πολύτιμη πείρα τους στους νεώτερους ξεκινούσαν με την απόκοσμη φράση: "ο πελάτης έχει data". Τα στοιχειωμένα αυτά λόγια ταξιδεύουν από το στόμα στο αυτί κάθε γενιάς βασοδεδομενάδων που περπάτησε στον βασανισμένο αυτό πλανήτη της πληροφορικής. Στοιχειώνουν όνειρα και νύχτες ατέλειωτες. Ατέλειωτες στην κυριολεξία. Στον νου των εφήβων βασοδεδομενάδων, τα πατρογονικά αυτά λόγια, ορθώνονται ως το απόλυτο θέσφατο. Γραμμένο με χρυσά γράμματα ως το επιστέγασμα της γνώσης και της σκληρής ζωής του βασοδεδομενά.
Αυτή η κοσμογονική φράση από μόνη της, παρότι λακωνική, μεταφέρει ένα κάρο πληροφορίες. Ιδού μερικές. "Ο πελάτης" είναι η εμπορική ή η παραγωγική επιχείρηση που θα χρειαστεί την εφαρμογή. Που θα προβεί δηλαδή σε άλλη μία απέλπιδα προσπάθεια να μηχανογραφηθεί. Τα "data" είναι τα δεδομένα που παράγει η επιχείρηση του πελάτη εξαιτίας της καθημερινής λειτουργίας της. Η εφαρμογή που θα γραφτεί θα είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του πελάτη. Κουστουμάκι. Custom δηλαδή. Εξού και ο όρος custom-άς. Οι περισσότεροι βασοδεδομενάδες ήταν είναι και θα παραμείνουν custom-άδες. Οι εφαρμογές-πακέτο, ακόμη και οι πιο καλογραμμένες, δεν πρόκειται στον αιώνα τον άπαντα να καλύψουν πλήρως τις όποιες ανάγκες. Το custom έχει ψωμί. Πικρό, αλλά έχει.
Και τέλος, μέσα στην ιστορική αυτή φράση, εμπεριέχεται η κορυφαία πληροφορία. Η μητέρα όλων των πληροφοριών. Οτι δηλαδή ο βασοδεδομενάς έχει κυρίως να κάνει με data που σχετίζονται με την μηχανογράφηση της μέσης εμπορικής ή παραγωγικής επιχείρησης. Πελάτες, αποθήκη, προμηθευτές, παραστατικά. Και όχι μόνο.
Ο βασοδεδομενάς σκέφτεται τα data ως πίνακα. Στήλες και γραμμές. Ο κόσμος του όλος. Η χαρά του η μεγάλη. Το στοιχείο του. Οπως η καμήλα στην έρημο. Ο βασοδεδομενάς αναλύει την πραγματικότητα σε στήλες και γραμμές. Βλέπει την πραγματικότητα μέσα από στήλες και γραμμές. Ολα γι' αυτόν μπορούν να περιγραφούν χρησιμοποιώντας στήλες και γραμμές. Ο άξονας. Χ και ψ. Ο σταυρός του. Η αυτού μεγαλειότης. Ο πίνακας.
Παλιότερα κάθε πίνακας ήταν και ένα ξεχωριστό "αρχείο". Δηλαδή ήταν ένα αυτόνομο ηλεκτρονικό έγγραφο σε κάποιον σκληρό δίσκο. Γι' αυτό οι παλιοσειρές ακόμη και σήμερα όταν λένε "αρχείο" εννούν πίνακα. Οπως οι μικρασιάτες πρόσφυγες. Οταν έλεγαν πατρίδα εννοούσαν την Ιωνία.
Σήμερα σπανίως συναντά κανείς αυτό το παρωχημένο μοντέλο. Οπου δηλαδή κάθε πίνακας είναι και ξεχωριστό αρχείο. Τώρα πλέον το αρχείο έγινε ένα και μοναδικό. Και περιλαμβάνει όλους τους πίνακες. Στις μέρες μας δηλαδή τα data έχουν την κάκιστη συνήθεια να κατοικοεδρεύουν σε μία, ούτως ειπείν, βάση δεδομένων. Αυτή η βάση δεδομένων είναι το θηρίο. Το μέγα. Το τέρας της αποκάλυψης. Το άγιο δισκοπότηρο και ο σταυρός του μαρτυρίου του βασοδεδομενά προγραμματιστή. Και το βασίλειό του.
.
Οι περισσότεροι προγραμματιστές θα ήθελαν να είναι “παιχνιδάδες”. Δηλαδή να γράφουν παιχνίδια. Ομως, η άδικη ζωή και η άτιμη κοινωνία, τα 'φεραν έτσι και οι περισσότεροι προγραμματιστές έγιναν τελικά “βασοδεδομενάδες”. Ητοι desktop database application programmers. Η ελληνική γλώσσα, παρότι πλούσια, αδυνατεί να περιλάβει σε μία και μόνη φράση το υψηλό νόημα που μεταφέρει η αντίστοιχη αυτή βαρβαρο-σαξωνική. Και τον ανάλογο ανθρώπινο και επαγγελματικό πόνο.
Βασοδεδομενάς είναι ένας προγραμματιστής που γράφει εφαρμογές που έχουν να κάνουν κυρίως με δεδομένα. Τα και data ονομαζόμενα. Data και ο χειρισμός τους. Data και των αγίων. Ο βασοδεδομενάς κοιμάται και βλέπει data. Αυτός είναι ένας από τους κύριους εφιάλτες του. Data μασάει, data καταπίνει, data φτύνει. Τα κόβει, τα ράβει, τα παστώνει και τα σερβίρει. Σε παραθύρια, ουδέποτε σε πόρτες, στην οθόνη του χρήστη. Οπου χρήστης είναι μία ευρεία και ομιχλώδης έννοια που θα μας απασχολήσει αρκετά στο μέλλον.
Οταν οι αρχαίοι γέροντες βασοδεδομενάδες σοφοί ήθελαν να μεταφέρουν την πολύτιμη πείρα τους στους νεώτερους ξεκινούσαν με την απόκοσμη φράση: "ο πελάτης έχει data". Τα στοιχειωμένα αυτά λόγια ταξιδεύουν από το στόμα στο αυτί κάθε γενιάς βασοδεδομενάδων που περπάτησε στον βασανισμένο αυτό πλανήτη της πληροφορικής. Στοιχειώνουν όνειρα και νύχτες ατέλειωτες. Ατέλειωτες στην κυριολεξία. Στον νου των εφήβων βασοδεδομενάδων, τα πατρογονικά αυτά λόγια, ορθώνονται ως το απόλυτο θέσφατο. Γραμμένο με χρυσά γράμματα ως το επιστέγασμα της γνώσης και της σκληρής ζωής του βασοδεδομενά.
Αυτή η κοσμογονική φράση από μόνη της, παρότι λακωνική, μεταφέρει ένα κάρο πληροφορίες. Ιδού μερικές. "Ο πελάτης" είναι η εμπορική ή η παραγωγική επιχείρηση που θα χρειαστεί την εφαρμογή. Που θα προβεί δηλαδή σε άλλη μία απέλπιδα προσπάθεια να μηχανογραφηθεί. Τα "data" είναι τα δεδομένα που παράγει η επιχείρηση του πελάτη εξαιτίας της καθημερινής λειτουργίας της. Η εφαρμογή που θα γραφτεί θα είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του πελάτη. Κουστουμάκι. Custom δηλαδή. Εξού και ο όρος custom-άς. Οι περισσότεροι βασοδεδομενάδες ήταν είναι και θα παραμείνουν custom-άδες. Οι εφαρμογές-πακέτο, ακόμη και οι πιο καλογραμμένες, δεν πρόκειται στον αιώνα τον άπαντα να καλύψουν πλήρως τις όποιες ανάγκες. Το custom έχει ψωμί. Πικρό, αλλά έχει.
Και τέλος, μέσα στην ιστορική αυτή φράση, εμπεριέχεται η κορυφαία πληροφορία. Η μητέρα όλων των πληροφοριών. Οτι δηλαδή ο βασοδεδομενάς έχει κυρίως να κάνει με data που σχετίζονται με την μηχανογράφηση της μέσης εμπορικής ή παραγωγικής επιχείρησης. Πελάτες, αποθήκη, προμηθευτές, παραστατικά. Και όχι μόνο.
Ο βασοδεδομενάς σκέφτεται τα data ως πίνακα. Στήλες και γραμμές. Ο κόσμος του όλος. Η χαρά του η μεγάλη. Το στοιχείο του. Οπως η καμήλα στην έρημο. Ο βασοδεδομενάς αναλύει την πραγματικότητα σε στήλες και γραμμές. Βλέπει την πραγματικότητα μέσα από στήλες και γραμμές. Ολα γι' αυτόν μπορούν να περιγραφούν χρησιμοποιώντας στήλες και γραμμές. Ο άξονας. Χ και ψ. Ο σταυρός του. Η αυτού μεγαλειότης. Ο πίνακας.
Παλιότερα κάθε πίνακας ήταν και ένα ξεχωριστό "αρχείο". Δηλαδή ήταν ένα αυτόνομο ηλεκτρονικό έγγραφο σε κάποιον σκληρό δίσκο. Γι' αυτό οι παλιοσειρές ακόμη και σήμερα όταν λένε "αρχείο" εννούν πίνακα. Οπως οι μικρασιάτες πρόσφυγες. Οταν έλεγαν πατρίδα εννοούσαν την Ιωνία.
Σήμερα σπανίως συναντά κανείς αυτό το παρωχημένο μοντέλο. Οπου δηλαδή κάθε πίνακας είναι και ξεχωριστό αρχείο. Τώρα πλέον το αρχείο έγινε ένα και μοναδικό. Και περιλαμβάνει όλους τους πίνακες. Στις μέρες μας δηλαδή τα data έχουν την κάκιστη συνήθεια να κατοικοεδρεύουν σε μία, ούτως ειπείν, βάση δεδομένων. Αυτή η βάση δεδομένων είναι το θηρίο. Το μέγα. Το τέρας της αποκάλυψης. Το άγιο δισκοπότηρο και ο σταυρός του μαρτυρίου του βασοδεδομενά προγραμματιστή. Και το βασίλειό του.
.
Ετικέτες
Χύμα
Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008
Προγραμματιστής, ναι
Να συστηθώ. Βάσος. Βάσος Δεδομενάς. Προγραμματιστής. Προγραμματιστής, ναι. Παλιοδουλειά. Βαρειά και ανθυγιεινή. Και κυρίως μια δουλειά που δεν την διαλέγεις εσύ. Αυτή σε διαλέγει. Τους παλιούς καιρούς τουλάχιστον.
Ο μέσος άνθρωπος που έχει μαύρο μεσάνυχτο από υπολογιστές, φαντάζεται τον προγραμματιστή κάτι σαν ημίθεο και τέρας ευφυίας. Τις πιο πολλές φορές αυτό είναι βέβαια ανακρίβεια. Αλλά ένας συνεπής προγραμματιστής αφήνει να καλλιεργείται αυτή η κατά τα άλλα εσφαλμένη αντίληψη. Για το καλό του κλάδου εννοείται. Και ενίοτε το δικό του καλό.
Για να είναι όμως εντάξει με τον εαυτό του αυτό το κείμενο πρέπει να δώσει μία απάντηση στο φρικτό και θεμελιώδες ερώτημα “τι είναι ένας προγραμματιστής”.
Ε, λοιπόν, ένας προγραμματιστής είναι γενικά ένας τύπος οπου πάει κάποιος, ο πελάτης, και του λέει ποια είναι η δουλειά που κάνει ο ίδιος με το χέρι και ο προγραμματιστής μετά βάζει τον υπολογιστή να την κάνει. Η τέλος πάντων πάει και λέει στον προγραμματιστή τι δουλειά θέλει να κάνει ο υπολογιστής. Αντ' αυτού. Ωστε να ξενοιάσει.
Αρα, λογικά, θα πρέπει αυτός ο κάποιος να ξέρει. Θα πρέπει δηλαδή ο πελάτης, ή αυτός που δίνει την παραγγελιά, να ξέρει είτε την δουλειά που κάνει είτε τι τέλος πάντων θέλει να κάνει ο υπολογιστής για χατήρι του. Λογικά πάντα. Δεν ζούμε όμως σε λογικό κόσμο. Είναι μια καθημερινή διαπίστωση αυτό. Συντριπτική διαπίστωση.
Αυτός ο καθημερινός παραλογισμός φέρνει τον προγραμματιστή σε πολύ δύσκολη θέση. Διότι ένα μέρος της εργασίας του προγραμματιστή έχει να κάνει με την λογική. If αυτό, then ετούτο, else το άλλο. Δεν υπάρχει τρίτη περίπτωση. Αν υπάρχει τρίτη περίπτωση, τότε έχουμε λογικό χάσμα. Κι άμα πέσεις μέσα στο χάσμα τρέχα γύρευε σχοινί για να ξανανέβεις επάνω. Μαύρα μαντάτα.
Ο λόγος που γίνεται κάποιος προγραμματιστής είναι γιατί έτσι το απαιτεί, κάποια στιγμή στη ζωή του, μία αμετάκλητη μοίρα. Οι περισσότεροι προγραμματιστές, από τις παλιοσειρές, πήραν αυτόν το ολισθηρό επαγγελματικό δρόμο εξαιτίας ενός παιχνιδιού. Οχι της μοίρας. Ούτε της τύχης. Αλλά ενός παιχνιδιού που έπαιζαν μικροί. Αντε και λίγο μεγαλύτεροι. Ενός παιχνιδιού που έπαιζαν στον υπολογιστή που τους είχε αγοράσει ο μπαμπάκας τους. Video game.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν αρκέστηκαν στο να τερματίσουν το παιχνίδι και να πάνε σ' ένα κατάστημα να αγοράσουν το επόμενο. Αλλά, άκου τώρα διαστροφή, σκέφτηκαν να φτιάξουν ένα παιχνίδι οι ίδιοι. Με τα χεράκια τους. Κάτι σαν τα κουλουράκια της μαμάς. Hand made.
Αυτό υπήρξε η πρώτη πράξη του δράματος.
.
Ο μέσος άνθρωπος που έχει μαύρο μεσάνυχτο από υπολογιστές, φαντάζεται τον προγραμματιστή κάτι σαν ημίθεο και τέρας ευφυίας. Τις πιο πολλές φορές αυτό είναι βέβαια ανακρίβεια. Αλλά ένας συνεπής προγραμματιστής αφήνει να καλλιεργείται αυτή η κατά τα άλλα εσφαλμένη αντίληψη. Για το καλό του κλάδου εννοείται. Και ενίοτε το δικό του καλό.
Για να είναι όμως εντάξει με τον εαυτό του αυτό το κείμενο πρέπει να δώσει μία απάντηση στο φρικτό και θεμελιώδες ερώτημα “τι είναι ένας προγραμματιστής”.
Ε, λοιπόν, ένας προγραμματιστής είναι γενικά ένας τύπος οπου πάει κάποιος, ο πελάτης, και του λέει ποια είναι η δουλειά που κάνει ο ίδιος με το χέρι και ο προγραμματιστής μετά βάζει τον υπολογιστή να την κάνει. Η τέλος πάντων πάει και λέει στον προγραμματιστή τι δουλειά θέλει να κάνει ο υπολογιστής. Αντ' αυτού. Ωστε να ξενοιάσει.
Αρα, λογικά, θα πρέπει αυτός ο κάποιος να ξέρει. Θα πρέπει δηλαδή ο πελάτης, ή αυτός που δίνει την παραγγελιά, να ξέρει είτε την δουλειά που κάνει είτε τι τέλος πάντων θέλει να κάνει ο υπολογιστής για χατήρι του. Λογικά πάντα. Δεν ζούμε όμως σε λογικό κόσμο. Είναι μια καθημερινή διαπίστωση αυτό. Συντριπτική διαπίστωση.
Αυτός ο καθημερινός παραλογισμός φέρνει τον προγραμματιστή σε πολύ δύσκολη θέση. Διότι ένα μέρος της εργασίας του προγραμματιστή έχει να κάνει με την λογική. If αυτό, then ετούτο, else το άλλο. Δεν υπάρχει τρίτη περίπτωση. Αν υπάρχει τρίτη περίπτωση, τότε έχουμε λογικό χάσμα. Κι άμα πέσεις μέσα στο χάσμα τρέχα γύρευε σχοινί για να ξανανέβεις επάνω. Μαύρα μαντάτα.
Ο λόγος που γίνεται κάποιος προγραμματιστής είναι γιατί έτσι το απαιτεί, κάποια στιγμή στη ζωή του, μία αμετάκλητη μοίρα. Οι περισσότεροι προγραμματιστές, από τις παλιοσειρές, πήραν αυτόν το ολισθηρό επαγγελματικό δρόμο εξαιτίας ενός παιχνιδιού. Οχι της μοίρας. Ούτε της τύχης. Αλλά ενός παιχνιδιού που έπαιζαν μικροί. Αντε και λίγο μεγαλύτεροι. Ενός παιχνιδιού που έπαιζαν στον υπολογιστή που τους είχε αγοράσει ο μπαμπάκας τους. Video game.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν αρκέστηκαν στο να τερματίσουν το παιχνίδι και να πάνε σ' ένα κατάστημα να αγοράσουν το επόμενο. Αλλά, άκου τώρα διαστροφή, σκέφτηκαν να φτιάξουν ένα παιχνίδι οι ίδιοι. Με τα χεράκια τους. Κάτι σαν τα κουλουράκια της μαμάς. Hand made.
Αυτό υπήρξε η πρώτη πράξη του δράματος.
.
Ετικέτες
Χύμα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)