Να συστηθώ. Βάσος. Βάσος Δεδομενάς. Προγραμματιστής. Προγραμματιστής, ναι. Παλιοδουλειά. Βαρειά και ανθυγιεινή. Και κυρίως μια δουλειά που δεν την διαλέγεις εσύ. Αυτή σε διαλέγει. Τους παλιούς καιρούς τουλάχιστον.
Ο μέσος άνθρωπος που έχει μαύρο μεσάνυχτο από υπολογιστές, φαντάζεται τον προγραμματιστή κάτι σαν ημίθεο και τέρας ευφυίας. Τις πιο πολλές φορές αυτό είναι βέβαια ανακρίβεια. Αλλά ένας συνεπής προγραμματιστής αφήνει να καλλιεργείται αυτή η κατά τα άλλα εσφαλμένη αντίληψη. Για το καλό του κλάδου εννοείται. Και ενίοτε το δικό του καλό.
Για να είναι όμως εντάξει με τον εαυτό του αυτό το κείμενο πρέπει να δώσει μία απάντηση στο φρικτό και θεμελιώδες ερώτημα “τι είναι ένας προγραμματιστής”.
Ε, λοιπόν, ένας προγραμματιστής είναι γενικά ένας τύπος οπου πάει κάποιος, ο πελάτης, και του λέει ποια είναι η δουλειά που κάνει ο ίδιος με το χέρι και ο προγραμματιστής μετά βάζει τον υπολογιστή να την κάνει. Η τέλος πάντων πάει και λέει στον προγραμματιστή τι δουλειά θέλει να κάνει ο υπολογιστής. Αντ' αυτού. Ωστε να ξενοιάσει.
Αρα, λογικά, θα πρέπει αυτός ο κάποιος να ξέρει. Θα πρέπει δηλαδή ο πελάτης, ή αυτός που δίνει την παραγγελιά, να ξέρει είτε την δουλειά που κάνει είτε τι τέλος πάντων θέλει να κάνει ο υπολογιστής για χατήρι του. Λογικά πάντα. Δεν ζούμε όμως σε λογικό κόσμο. Είναι μια καθημερινή διαπίστωση αυτό. Συντριπτική διαπίστωση.
Αυτός ο καθημερινός παραλογισμός φέρνει τον προγραμματιστή σε πολύ δύσκολη θέση. Διότι ένα μέρος της εργασίας του προγραμματιστή έχει να κάνει με την λογική. If αυτό, then ετούτο, else το άλλο. Δεν υπάρχει τρίτη περίπτωση. Αν υπάρχει τρίτη περίπτωση, τότε έχουμε λογικό χάσμα. Κι άμα πέσεις μέσα στο χάσμα τρέχα γύρευε σχοινί για να ξανανέβεις επάνω. Μαύρα μαντάτα.
Ο λόγος που γίνεται κάποιος προγραμματιστής είναι γιατί έτσι το απαιτεί, κάποια στιγμή στη ζωή του, μία αμετάκλητη μοίρα. Οι περισσότεροι προγραμματιστές, από τις παλιοσειρές, πήραν αυτόν το ολισθηρό επαγγελματικό δρόμο εξαιτίας ενός παιχνιδιού. Οχι της μοίρας. Ούτε της τύχης. Αλλά ενός παιχνιδιού που έπαιζαν μικροί. Αντε και λίγο μεγαλύτεροι. Ενός παιχνιδιού που έπαιζαν στον υπολογιστή που τους είχε αγοράσει ο μπαμπάκας τους. Video game.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν αρκέστηκαν στο να τερματίσουν το παιχνίδι και να πάνε σ' ένα κατάστημα να αγοράσουν το επόμενο. Αλλά, άκου τώρα διαστροφή, σκέφτηκαν να φτιάξουν ένα παιχνίδι οι ίδιοι. Με τα χεράκια τους. Κάτι σαν τα κουλουράκια της μαμάς. Hand made.
Αυτό υπήρξε η πρώτη πράξη του δράματος.
.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου